αναθερμαίνομαι


αναθερμαίνομαι
αναθερμαίνομαι, αναθερμάνθηκα, αναθερμασμένος βλ. πίν. 46

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θέρω — (Α) 1. θερμαίνω, ζεσταίνω 2. (συν. παθ.) θέρομαι α) γίνομαι θερμός, θερμαίνομαι («νήησαν ξύλα πολλά, φόως ἔμεν ἠδὲ θέρεσθαι», Ομ. Οδ.) β) (για τον έρωτα) φλέγομαι γ) καίγομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο ενεργ. ενεστ. θέρω είναι υστερογενής και απαντά μόνο στον… …   Dictionary of Greek